Π. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ "ΟΙ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ ΘΑ ΤΙΜΩΡΗΘΟΥΝ''''ΑΣ ΓΙΝΟΥΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ''ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ, Η ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΝΕΚΡΕΣ ΨΥΧΕΣ» '' ''Η «ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ» ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ''

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ

Ο σύγχρονος άνθρωπος, εσκεμμένα ή υποσυνείδητα, δελεάζεται από τη Νεστοριανή ακρότητα - ο σύγχρονος άνθρωπος δεν παίρνει στα σοβαρά την Ενσάρκωση, δεν τολμά να πιστέψει οτι ο Χριστός είναι ένα Θείο Πρόσωπο, θέλει να έχει έναν ανθρώπινο λυτρωτή, έναν λυτρωτή που βοηθείται (απλώς) από το Θεό. Ο σύγχρονος άνθρωπος ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανθρώπινη ψυχολογία του Λυτρωτή παρά για το μυστήριο της Θεϊκής αγάπης, ακριβώς γιατί, τελικά, πιστεύει αισιόδοξα στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Από την πλευρά  της άλλης ακρότητας έχουμε στην εποχή μας μια αναβίωση των «Μονοφυσιτικών» τάσεων στη θεολογία και τη θρησκεία - ο άνθρωπος περιορίζεται σε πλήρη παθητικότητα και αφήνεται μόνο στο να ακούει και να ελπίζει. Η παρούσα ένταση ανάμεσα στον «φιλελευθερισμό» και τη «νεο-ορθοδοξία» είναι στην πραγματικότητα η επαναδραστηριοποίηση του παλιού Χριστολογικού αγώνα, αν και σ' ένα καινούριο υπαρξιακό επίπεδο και με μια καινούρια πνευματική εμφάνιση. Αν δεν αποκτηθεί μια ευρύτερη θεώρηση, η σύγκρουση ποτέ δεν θα κοπάσει ή λυθεί. Στην πρώτη Εκκλησία το κήρυγμα ήταν εμφαντικά θεολογικό. Η ίδια η Καινή Διαθήκη είναι ένα θεολογικό βιβλίο. Η άρνηση της θεολογίας, της θεολογίας του Θεανθρώπου, ευθύνεται και για το μαρασμό της προσωπικής θρησκείας και για εκείνο το αίσθημα αποτυχίας και καταθλιψης που κυριαρχεί στη διάθεση του σύγχρονου ανθρώπου. Η μόνη έλξη των «αντίπαλων ευαγγελίων» στην εποχή μας είναι οτι αυτά προσφέρουν ένα είδος ψευτο-θεολογίας, ένα σύστημα ψευτο-δογμάτων. Αυτά γίνονται ευχαρίστως δεκτά από εκείνους που δεν μπορούν να βρούν καμιά θεολογία στον
μειωμένο Χριστιανισμό του «σύγχρονου» τύπου, από εκείνους που έχουν αποκοπεί από την οργανική Χριστολογία της Καινής Διαθήκης, των όρων των Συνόδων, και του έργου των Ανατολικών και Βυζαντινών Πατέρων.  

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΝΤΙΠΑΘΕΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: ΤΟ ΔΟΓΜΑ

Το δόγμα, μια λέξη που αντιπαθεί ο σύγχρονος άνθρωπος, προυποθέτει εμπειρία, και μόνο μέσα στην εμπειρία του οράματος και της πίστεως το δόγμα φθάνει στην πληρότητά του και αποκτά ζωή. Και τα δόγματα δεν εξαντλούν αυτήν την εμπειρία, όπως ακριβώς η Αποκάλυψη δεν εξαντλείται στις «λέξεις» και στο «γράμμα» της Γραφής. Η εμπειρία και η γνώση της Εκκλησίας είναι πιο περιεκτικές και πλήρεις από τη δογματική της διακήρυξη. Η Εκκλησία δίνει τη μαρτυρία της για πολλά πράγματα που δεν είναι μέσα σε «δογματικές» δηλώσεις αλλά μάλλον σε εικόνες και σύμβολα. Η δογματική θεολογία δεν μπορεί ούτε να αποκλείσει ούτε να αντικαταστήσει την κηρυγματική θεολογία. Στην Εκκλησία δίνεται η πληρότητα της γνώσεως και της κατανοήσεως, αλλά αυτή η πληρότητα μόνο τμηματικά και μερικά αποκαλύπτεται και ομολογείται. Γενικά, η γνώση σ'αυτόν τον κόσμο είναι πάντοτε μόνο «μερική» γνώση, και η πληρότητα θα αποκαλυφθεί μόνο στην Παρουσία - «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους» («τώρα γνωρίζω μερικώς», Α´ Κορ. 13:12). Αυτή η «μή πληρότητα» (η «ἀτέλεια») της γνώσεως είναι συνέπεια του γεγονότος οτι η Εκκλησία είναι ακόμα σε «ἀποδημία», είναι ακόμα σε πορεία «ἀποδημίας»...Εντούτοις, αυτή η «ἀτέλεια» της γνώσεώς μας εδώ και τώρα δεν εξασθενίζει τον αυθεντικό και αποδεικτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας. Ο όρος της Χαλκηδόνας είναι ακριβώς ένας ορισμός εκείνης της αλήθειας που κατέχουμε εδώ και τώρα. Χωρίς τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων, που πάντοτε ακολουθούν τους Πατέρες και την Αγία Γραφή, εκείνη η αλήθεια που αποκαλύφθηκε στο Θεάνθρωπο, τον Ιησού Χριστό, θα ήταν παραποιημένη, θα απειλούσε τη λύτρωσή μας, πράγματι, θα έπληττε αυτόν τον πυρήνα και την καρδιά της οντολογικής πραγματικότητας της λυτρώσεως. Αυτοί οι όροι είναι ζωτικό μέρος εκείνης της αλήθειας που κατέχουμε, και η συμβολή της Βυζαντινής θεολογίας στους όρους και στη διασάφηση των όρων της αλήθειας του Θεανθρώπου είναι ζωτική για τη ζωή της Χριστιανικής πίστεως.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ;

Το δόγμα δεν είναι καθόλου μια καινούρια Αποκάλυψη. Το δόγμα είναι μόνο μαρτυρία. Η όλη σημασία του δογματικού ορισμού συνίσταται στο οτι αυτός μαρτυρεί την αμετάβλητη αλήθεια, την αλήθεια που αποκαλύφθηκε και έχει διαφυλαχθεί από την αρχή. Έτσι το να μιλούμε για την «ανάπτυξη του δόγματος» δείχνει πως βρισκόμαστε σε πλήρη παρανόηση. Τα δόγματα δεν αναπτύσσονται. Είναι αμετάβλητα και απαραβίαστα, ακόμη και στην εξωτερική τους πλευρά - τη λεκτική τους μορφή. Το τελευταίο που μπορεί να γίνει είναι να αλλάξει η δογματική γλώσσα ή ορολογία. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μπορεί κανείς πράγματι να πει: τα δόγματα εμφανίζονται, τα δόγματα καθιερώνονται, αλλά δεν αναπτύσσονται. Και άπαξ και καθιερωθεί ένα δόγμα είναι αιώνιο και αποτελεί ήδη αμετάβλητο «κανόνα της πίσυεως». Το δόγμα είναι μία αλήθεια της διασθήσεως, όχι ένα συλλογιστικό αξίωμα που επιδέχεται λογική ανάπτυξη. Η όλη σημασία του δόγματος έγκειται στο γεγονός οτι αυτό είναι «εκπεφρασμένη» αλήθεια....Η προσπάθεια διατυπώσεως δογματικών ορισμών είναι επομένως, πάνω απ' όλα προσπάθεια ανευρέσεως όρων. Γι' αυτό ακριβώς οι δογματικές έριδες είναι έριδες για τους όρους.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ vs ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η έννοια της καθολικότητος δεν μπορεί να μετρηθεί και να εξισωθεί με την «παγκόσμια εξάπλωση». Η «οικουμενικότης» δεν την αποδίδει με ακρίβεια. «Καθολική» σημαίνει την εσωτερική ολότητα και ακεραιότητα της ζωής της Εκκλησίας. Μιλάμε εδώ για «ολότητα» και όχι μόνο για «κοινωνία» και, εν πάση περιπτώσει, όχι για μια απλή εμπειρική κοινωνία. Το «καθ' όλου» δεν είναι το ίδιο με το «κατά παντός». Δεν ανήκει στο χώρο του φαινομένου και της εμπειρίας αλλά στο νοητό, οντολογικό χώρο, αναφέρεται στην ίδια την ουσία και όχι σε εξωτερικές εκδηλώσεις....Αν η καθολικότης σημαίνει επίσης «οικουμενικότης», η «οικουμενικότης» αυτή, οπωσδήποτε δεν είναι εμπειρική αλλ' ιδεατή. Αυτό το οποίο περικλείει ως νόημα, αυτό στο οποίο αναφέρεται, είναι η κοινότης των ιδεών και όχι των γεγονότων.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ

Η Εκκλησία είναι πάνω απ΄'ολα λατρεύουσα κοινότητα. Η λατρεία έρχεται πρώτη, ακολουθεί η διδασκαλία και η πειθαρχία. Στην Ανατολική παράδοση, η ενότητα της διδασκαλίας και της λατρείας τονίζεται πολύ ισχυρά. Η διδασκαλία εδώ είναι όχι τόσο κάτι που διδάσκεται μέσα σε μια αίθουσα παραδόσεων, αλλά πολύ περισσότερο, κάτι που κηρύσσεται μέσα στο ναό. Η Θεολογία μιλάει περισσότερο από τον άμβωνα παρά από την έδρα. Απαιτεί, λοιπόν, περισσότερο υπαρξιακό χαρακτήρα. Η λατρεία, από το άλλο μέρος, είναι απαλλαγμένη από το συναισθηματισμό. Το πρώτο-πρώτο, που απαιτείται, είναι νηφαλιότητα της καρδιάς. Η πληρότητα της θεολογικής σκέψεως της Εκκλησίας κείται ακριβώς στη λατρεία και τούτο είναι, πιθανώτατα, το πιο σημαντικό διακριτικό στοιχείο της Ανατολικής Παραδόσεως.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Η ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΓΡΑΦΩΝ ΕΙΝΑΙ ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ ΑΠΑΡΧΑΙΩΜΕΝΟΣ

Η ιστορία όπως εξελίχθηκε είναι η ιστορία ενός πεπτωκότος κόσμου ο οποίος αποκαταστάθηκε από την πτώση, ο οποίος θεραπεύτηκε από το κακό και την αμαρτία. Αλλά το μυστήριο του Θε-Ανθρώπου, το μυστήριο της Θεϊκής Αγάπης είναι ευρύτερο και βαθύτερο από το λυτρωτικό έλεος. Ολόκληρη η Αποκάλυψη είναι η Ενανθρώπηση του Θεού, και η ενανθρώπηση του Λόγου. Με αυτήν την έννοια όλη η Αποκάλυψη είναι ανθρωπομορφική. Αυτό αναφέρεται άμεσα στις Γραφές. Είναι γραμμένες όλες γι' αυτόν - για τον Χριστό τον Θε-Άνθρωπο, όχι μόνο για τον Λόγο. Γι' αυτό, μία άμεση και κατά γράμμα κατανόηση των Γραφών είναι ανεπαρκής και ακόμα εσφαλμένη. Γιατί η ίδια η ιστορία είναι μόνο ένα σύμβολο που εμφανίζει και καλύπτει την πνευματική πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει και στη λειτουργία, όπου κάθε πράξη είναι ένα μυστήριο, που δηλώνει και πραγματοποιεί συμβολικά ορισμένα συμβάντα κατά το αόρατο σχέδιο που «νοείται με το νου». Γι' αυτό, το να κατανοεί κανείς τις Γραφές κατά γράμμα και άμεσα είναι σαν να φονεύει το Χριστό, ο οποίος παραμένει κάτω από το γράμμα των Γραφών. Και αυτό είναι απαρχαιωμένος Ιουδαϊσμός - πράγματι, το «γράμμα» του Νόμου καταργείται με την άφιξη της αληθείας και της χάριτος. Η κατά γράμμα εξήγηση είναι Ιουδαϊστική αναισθησία για την Σάρκωση. Γιατί, στο σύνολό τους, οι Γραφές είναι ένα είδος Σαρκώσεως του Λόγου. Αυτή είναι η «αίσθηση, η δύναμη όλης της σημασίας και όλων των εικόνων των Γραφών και η γνώση των ορατών και αοράτων δημιουργημάτων». Οι σοφοί πατέρες που χρίσθηκαν από το Πνεύμα έμαθαν άμεσα από τον Λόγο. Από τον Λόγο επίσης προέρχονται οι πνευματικοί φωτισμοί των αρχαίων πατριαρχών και όλων των αγίων. Έτσι ο Άγιος Μάξιμος εν μέρει αναβιώνει την αρχαία ιδέα των «σπερμάτων του Λόγου».

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Η «ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ» ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

   Ο Απόστολος Παύλος συνηγορεί για την «απολύτρωσιν του σώματος» (ρωμ. 8,23). Όπως δε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπεμνημάτισε αυτά τα χωρία, πρέπει σαφώς να διακρίνουμε ανάμεσα στο σώμα καθ' εαυτό και στη «φθορά». Το σώμα είναι δημιούργημα του Θεού, αν και φθάρθηκε. Το «ξένο στοιχείο» που πρέπει να απεμπολισθεί δεν είναι το σώμα αλλά η φθορά (Περί Αναστάσεως Νεκρών 6). Υπήρχε μια πρόδηλος «σύγκρουσις στην ανθρωπολογία» ανάμεσα στο χριστιανικό μήνυμα και στην ελληνική σοφία. Ο Αριστοτέλης και όχι ο Πλάτων ήταν το έσχατο καταφύγιο που μπορούσε να βοηθήσει τους Χριστιανούς φιλοσόφους. Στη φιλοσοφική ερμηνεία της εσχατολογικής της προσδοκίας, η χριστιανική θεολογία ευθύς εξ' αρχής στηρίχθηκε στον Αριστοτέλη. Μια τέτοια, βέβαια, μεροληπτική προτίμηση μπορεί να φαίνεται απροσδόκητη και παράξενη. Γιατί, μιλώντας κατ' ακρίβεια στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει χώρος για μια «μεταθανάτια» μοίρα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι καθ' ολοκληρίαν θνητός. Η μοναδική του ύπαρξις δεν είναι ένα πρόσωπο, και δεν ξεπερνάει το θάνατο. Κι όμως σ' αυτή την αδυναμία του Αριστοτέλη ευρίσκονταν η δύναμίς του. Είχε μια πραγματική κατανόηση για την ενότητα της ανθρώπινης υπάρξεως. Ο άνθρωπος ήταν γι' αυτόν, πρωταρχικά, μια ατομική οντότητα, μια ζώσα ενότητα.Ο άνθρωπος ήταν ένας ακριβώς μέσα στη δυαδικότητά του, σαν «εμψυχωμένο σώμα», και τα δύο στοιχεία υπάρχουν μέσα σ' αυτόν μαζί, σε μια συγκεκριμένη και αδιάσπαστη σχέση. Ψυχή και σώμα για τον Αριστοτέλη δεν είναι πλέον δύο στοιχεία, που συνδέθηκαν ή ενώθηκαν μεταξύ τους, αλλά μάλλον, απλώς και μόνο, δύο όψεις της αυτής συγκεκριμένης πραγματικότητος. «Ψυχή και σώμα μαζί συνιστούν το ζώο. Επομένως δεν χρειάζεται καμμία απόδειξις οτι η ψυχή δεν μπορεί να χωρισθεί από το σώμα» (Περί Ψυχής 413α). Άπαξ η λειτουργική ενότητα ψυχής και σώματος διασπασθεί από το θάνατο, δεν υπάρχει πια «οργανισμός», το πτώμα δεν είναι πια σώμα, και ένας νεκρός άνθρωπος δύσκολα μπορεί να ονομασθεί άνθρωπος. Κανένα είδος μετεμψυχώσεως σε άλλα σώματα ήταν δυνατή για τον Αριστοτέλη. Κάθε ψυχή συνδέεται με το δικό της αποκλειστικά σώμα, το οποίο μορφοποιεί, και κάθε σώμα έχει τη δική του αποκλειστικά ψυχή σαν τη ζώσα αρχή του, το «είδος» ή τη μορφή του. Ήταν λοιπόν δυνατό να προσληφθεί η Αριστοτελική αντίληψις προς εξυπηρέτηση χριστιανικών σκοπών, και τούτο ακριβώς έπραξαν οι πατέρες. Φυσικά, ο ίδιος ο Αριστοτέλης δεν ήταν προφανώς «ούτε ένας Μουσουλμάνος μυστικός, ούτε ένας χριστιανός θεολόγος». Το πραγματικό σφάλμα του Αριστοτέλη δεν έγκειται στη «φυσιοκρατική του ενόραση» αλλά στο οτι δεν παρεδέχετο καμμια διάρκεια στο άτομο. Αυτό όμως ήταν ένα κοινό σφάλμα της Ελληνικής Φιλοσοφίας.